Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Έρωτας σαν βροχή...(Λογοτεχνικά αποσπάσματα)

Απο το βιβλιο της Λενας Μαντά(απόσπασμα)

Έρωτας σαν βροχή...Όχι σαν καταιγίδα......σαν βροχή....Να φεύγει και να έρχεται.....Να δυναμώνει και να χαμηλώνει.....Να δροσίζει και να πνίγει......Ν`απορροφάται από τη γη,να χάνεται.....
Πως έζησα έτσι; Γιατί δέχτηκα κάτι μισό για μένα; Γιατί προσπάθησα να κρατήσω στις χούφτες μου κάτι, που ήξερα οτι θα μου δώσει μόνο μια ψευδαίσθηση δροσιάς και μετά θα μ`αφήσει πιο διψασμένη από πριν,  με τα χείλη ξερά και την καρδιά στεγνή;

Πως μπόρεσα να δεχτώ να συμπληρώνω τη βροχή με τα δάκρυα μου, για κάτι που γνώριζα οτι ήταν μάταιο;

Είδα χιλιάδες ηλιοβασιλέματα μόνη μου,ο ήλιος βουτούσε στο τίποτα κι εγώ πνιγόμουν στη μοναξιά.....Άκουσα εκατοντάδες κεραυνούς και με φόβισαν λιγότερο από τη σιωπή της άδειας ζωής μου........

Μύρισα χιλιάδες λουλούδια,αλλά το άρωμα τους δεν πλημμύρισε την άοσμη ζωή που ο <<έρωτας σαν βροχή>>με καταδίκασε να ζήσω......

Γεύτηκα δεκάδες εδέσματα, αλλά μόνο πίκρα στα χείλη μου..............

Άγγιξα απαλά το κορμί του, κράτησα στη μνήμη της αφής μου κάθε πόντο του σώματος του και αγκάλιαζα μόνη μου τον εαυτό μου τις μοναχικές μου ώρες, με την ψευδαίσθηση πως ήταν εκείνος που με χάιδευε, έχοντας τον στα ακροδάχτυλα μου.....


Γέλασα δυνατά στην αρχή της ζωής μου και συνέχισα να χαμογελώ από συνήθεια, χωρίς ποτέ τα μάτια μου να πάρουν χρώμα από τα χαμόγελα που ζωγραφίστηκαν στο πρόσωπο μου, αλλά δεν ζέσταναν την ψυχή μου........

Έκλαψα πολύ για δυό ζωές, από απελπισία, από λαχτάρα για κάποιον που ήρθε κοντά μου για να μου φέρει την επίγνωση ότι η ευτυχία είναι στιγμές....μόνο στιγμές......

Και οι περισσότερες κλεμένες......

Ζωγράφισα με φωτεινά χρώματα τις ώρες που ήμουν μαζί του αλλά η πραγματικότητα ξεθώριαζε τους πίνακες μου, όταν δεν τους βύθιζε στο χρώμα της απελπισίας......

Έγραψα το <<σ`αγαπώ>>σε χιλιάδες χαρτιά και τα έσκισα αμέσως μετά,σκορπίζοντας γύρω μου τα κομμάτια τους, όπως σκορπισμένη ήταν η ζωή μου......

Πόνεσα τόσο που μάτωσα και την ίδια στιγμή ήμουν εγώ πηγή πόνου για κάποιον που εν γνώσει μου υπέφερε όσο κι εγώ......

Αγνόησα την αγάπη, γιατί δεν ήταν με τους δικούς μου όρους.......


Καταδίκασα τον εαυτό μου στη μοναξιά,δραπετεύοντας από τους δρόμους όπου μπορεί να σε συναντούσα, επιλέγοντας να φύγω εγώ,<<η δυνατή>>,τη στιγμή που η αδυναμία μου να σε κερδίσω ήταν γραμμένη στον αέρα που ανέπνεα............

Και μετά......μετάνιωσα.....Και γύρισα να ψάξω στο παρελθόν αυτό που μου έλειπε στο παρόν,μα δεν υπήρχε τίποτα εκεί για μένα.Η αληθινή αγάπη είχε φύγει........

Την είχα διώξει εγώ.....Είχα διώξει ότι άξιζε και είχα κρατήσει το τίποτα.......

Δίκαιη τιμωρία
..........

Αποσπάσματα-Αλκυόνη Παπαδάκη (περί βροχής)

'' Όταν δεν νιώθεις το άρωμα της βροχής, κινδυνεύει η ψυχή σου''

 ''Θέλω μια ρωγμή εγώ στην ψυχή, να μπαίνει μέσα η βροχή.
Ένα σηκωμένο κεραμίδι, που να μπορούν να χτίσουν τη φωλιά τους τα πουλιά."

«Τι παλιόκαιρος σήμερα… Βρέχει από το πρωί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η νοσταλγία έχει το άρωμα της βροχής…»

  ''Όποιος πιστεύει πως η λιακάδα φέρνει την ευτυχία, δεν έχει χορέψει στη βροχή...''

''Η αγάπη, μια σιγανή βροχή που τραγουδάει πάνω στη λαμαρίνα, αυτό πρέπει να είναι η αγάπη''

Θυμάσαι ένα χειμωνιάτικο πρωινό, που ήρθα
και σε ξύπνησα χωρίς να με περιμένεις;

Σε πήρα από το χέρι και περπατήσαμε στους δρόμους,
μέσα στο κρύο και στη βροχή.

Δεν κάναμε τίποτα σπουδαίο.
Δεν λύσαμε κανένα πρόβλημα του κόσμου.
Κρατιόμαστε χέρι-χέρι,

λέγαμε ό,τι μας ερχόταν στο κεφάλι και γελούσαμε.
Δε σου είπα πόσο είχα ανάγκη εκείνη την ημέρα να σε δω.
Πως δεν άντεχα να κουβαλήσω ως το βράδυ την ψυχή μου.
Δε σου είπα πόσο μου είχες λείψει....!(Αλκυόνη Παπαδάκη)

Κάνε γρήγορα. Μη χαζεύεις. Τα όμορφα πράγματα στη ζωή, κρατούν όσο και η βροχή, ανάμεσα στα δάχτυλά σου. 
Το θέμα είναι να μην ξεχαστείς και δεν απλώσεις την κατάλληλη ώρα τη χούφτα σου.

Μάρω Βαμβουνάκη (απόσπασμα) από το βιβλίο της " Η μοναξιά είναι από χώμα"

Κι έχει συννεφιά βαριά κι ετοιμάζεται πάλι να βρέξει. 
 
Καταλαβαίνω τώρα τους Κινέζους που αφιερώνουν μια ζωή στο να μάθουν να ζωγραφίζουν μια σταγόνα βροχής ή μια πευκοβελόνα.

Δεν υπάρχει άλλος τρόπος φαίνεται. Δε σου ανοίγεται αλλιώς ο κόσμος…

Και μόνο για τη θάλασσα δεν κρατιέμαι να μη σου πω, πως σήμερα έχει το χρώμα του λιωμένου μέταλλου.

Πυκνή,παχύρρευστη,με μια μεταλλική δύναμη στα έγκατά της που την αναδεύει αργά.

Νομίζεις πως μπορείς να περπατήσεις πάνω της, χωρίς να βυθιστείς… Και στα σύννεφα, παιδί, έψαχνα να βρω γνώριμα σχήματα, όμως στα σύννεφα τα σχήματα διατηρούνται λίγο, αλλάζουν συνέχεια, με μπερδεύουν.

Το σχήμα του βράχου είναι ακλόνητο. Λαχταρώ το ακλόνητο τώρα, όπως ο ναυαγός τη σανίδα στο αναστατωμένο πέλαγο που τον απειλεί…

ΑΚΟΥ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

 Είχε αρχίσει να βρέχει όταν η Λίζα πάρκαρε το αυτοκίνητο έξω από το σπιτί της. Έσβησε τη μηχανή και στράφηκε στον Κλέαρχο. Είχε ήδη θλίψη στα μάτια του από την ώρα που ξεκίνησαν, και στη διαδρομή ήταν σιωπηλός. Του έπιασε το χέρι και του χαμογέλασε τρυφερά. «Κλέαρχε», του είπε, «άκου το τραγούδι της βροχής, βοηθάει να ξεχαστείς».
Η ανάμνηση πλημμύρισε την ψυχή του. Τα μάτια του έλαμψαν και της ανταπέδωσε το χαμόγελο.
«Βοηθάει, Λίζα;»
«Πάντα βοηθάει. Μάθε να το ακούς».
Την κοιτούσε τρυφερά στα μάτια. «Κι αν δε βρέχει;»
<<Τότε άκου τους άλλους ήχους της φύσης, τον αέρα που φυσάει, το γρύλο που τραγουδάει, την κουκουβάγια. Άκου το θόρυβο των αυτοκινήτων, τη φωνή του μεθυσμένου που μιλάει με τον εαυτό του. Στρέψε την προσοχή σου έξω από σένα. Βοηθάει πάντα. Κάν' το>>
Ο Κλέαρχος έμεινε, μαγεμένος να την ακούσει να επαναλαμβάνει τα λόγια που της είχε πει τριάντα σχεδόν χρόνια πριν.