Σελίδες

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Songs and quotes for the moon


Everyone is a moon, and has a dark side which he never shows to anybody.” ― Mark Twain

 
“Don't tell me the moon is shining; show me the glint of light on broken glass.”
―- Anton Chekhov


 


“Yours is the light by which my spirit's born: - you are my sun, my moon, and all my stars.”
E.E. Cummings

The moon in her chariot of pearl”
Oscar Wilde

“Do not swear by the moon, for she changes constantly. then your love would also change.” – William Shakespeare, Romeo and Juliet

 “Moonlight drowns out all but the brightest stars.” JRR Tolkien , The Lord of the Rings

“The moon makes love
to the ocean
and
in this holy conception it gives birth
to a little tide.”

 “Your eyes have the colour of the moon,” Pablo Neruda

I like to think that the moon is there even if I am not looking at it.






Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Μαλβίνα Κάραλη: Γλυκά μου καλησπέρα…

Αποσπάσματα από το βιβλίο ''Σαββατογεννημένη''
- Τα τελευταία κείμενα της Μαλβίνας Κάραλη 2000-2001, εκδ. Τσαγκαρουσιάνος

«Εδώ και ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα έχω βεβαιωθεί. Το εκπαιδευτικό σύστημα της αγάπης δεν με αφορά. Χρειάζεται μεταρρύθμιση. Δεν καταλαβαίνω τη διδακτέα ύλη. Δεν με... ελκύει η ξεδιαντροπιά της εξίσωσης: «Στον έρωτα η καλύτερη του ενός είναι η χειρότερη του άλλου». Εγώ αυτή την τάξη δεν πρόκειται να την περάσω ποτέ. Γι αυτό σκασιαρχείο καλύτερα. Το σκυλί και βόλτα. Εμένα κάνε με μόνο κύκλο ομόκεντρο, να νιώθω τη συγγένεια. Αλλά ομόκεντρο. Αλλιώς ζηλεύω. Και όταν ζηλεύω γίνομαι έξυπνη. Και όταν γίνομαι έξυπνη τα καταστρέφω όλα. Χάριν του κίβδηλου ενστίκτου που το λένε αυτοσυντήρηση. Και που δεν με αφορά».


«Η ένταση ενός καινούργιου έρωτα εξαρτάται από τη μοναξιά που προηγήθηκε από αυτόν. Το ίδιο συμβαίνει και με τη γραφή. Ξαναγράφω, λοιπόν, με την έξαψη που ζεις έναν αργοπορημένο έρωτα. Άπειρη, μετά από μίλια γραμμένης ύλης που έχω υπογράψει, κάθε φορά πιο άπειρη, σαν τους βετεράνους των ερώτων που, προς το φινάλε της ερωτικής τους ζωής, διαπιστώνουν πως οι ευάριθμες εναλλαγές των εραστών, αντί να τους ξανοίξουν στον πλούτο της πολυφωνίας, τους περιόρισαν σε μια φτωχή μονογραμμική σύνθεση.

Η πολυφωνική μου ιδιοσυγκρασία με εμπόδισε να αφιερωθώ στο γράψιμο -θυμάμαι άραγε να γράφω; Και έχω και το φίλο μου τον Φερνάντο Πεσόα να αναρωτιέται και να με προβοκάρει: «Γιατί γράφω αν δεν μπορώ να γράψω καλύτερα;»

«Υπάρχει λοιπόν κάτι πολύ πιο επιδέξιο και ειλικρινές από το να είσαι ο εαυτός σου: το να είσαι ο ρόλος σου. Τελικά, μάλλον ψέματα λέω όταν κλαίγομαι, πως τάχα θέλω να μάθω ποια είμαι στην πραγματικότητα. Στα τσακίδια το εδιζησάμην εμεωυτών. Αφού το βλέπω τόσα χρόνια στην πράξη: Χωρίς τον εαυτό μου, υπάρχω. Χωρίς το ρόλο μου, δεν είμαι τίποτα. Μόνο αυτός με εξάπτει, με πληροί, με αποκαθιστά. Παίζω λοιπόν, χαρά μου -παίζω και πλέκω εγκώμια μιας ζωής που δεν καταλαβαίνει τίποτα έξω από την Τέχνη της. Γιατί δεν μπορώ να εννοήσω και να εννοηθώ, παρά σαν αυτουργός της κατασκευής μου. Γιατί ο κόσμος δεν ορίζεται εν τέλει, παρά μόνο από τον τρόπο που ο ρόλος μου επινοεί τον εαυτό μου.»
«Το ημερολόγιο μου, λοιπόν. Γράμματα που μου έστειλαν. (Πολλαπλά ίχνη δακρύων πάνω τους, τι καλά…) Δεν μου κάνει καρδιά να τα κάψω. Αντίγραφα γραμμάτων που έστειλα. Γράμματα ναρκισσιστικά, αλλιώς προς τι τα αντίγραφα; Άνθρωπος δεύτερος στα ερωτικά μου -έπαιρνα πόζες. (Σμιλεμένοι πόνοι, εξομολογήσεις με στυλ: άκυροι έρωτες.) Όποτε όμως αγαπούσα πραγματικά, τα γράμματά μου ήταν κουτά. Τραχιά και άκομψα. Στέλνονταν έτσι χύμα, με την ίδια ταραχή που γράφονταν. Καμιά σκέψη, κανένα κουράγιο να τα φωτοτυπήσω, έστω.»
«Με την άρρωστη κεκτημένη του Μπατάιγ πόσο θα πας; Μια δυο φορές στη ζωή σου. Εγώ τις πήγα, τέλειωσα. Έξω απ΄ την παράγκα οι αταίριαστοι. να τους αγαπάμε. Να τους θυμόμαστε με τρυφερότητα. Τους χρησιμοποιήσαμε. Το πληρώσαμε, πρώτοι εμείς. Γιατί ο λάθος άλλος στην ουσία δεν φταίει. Δεν σου κρύφτηκε. Εκεί που εσύ αναγνώρισες το αταίριαστο, αυτός κατά πάσα πιθανότητα είδε το ταιριαστό. Και δεν φταίει αυτός. Του το έπαιξες καλά.

Όποιος αναγνωρίζει εξαρχής το λάθος πρόσωπο και όμως τσαλαβουτάει -αυτός φταίει. Το βλέπεις, βλάκα μου, το λάθος. Και το αποσιωπάς. Γιατί το έχεις ανάγκη. Και το αξιώνεις μόνο σε μια περίπτωση το λάθος πρόσωπο: για να το απαξιώσεις σύντομα. Για να μη δεσμευτείς. Για να μείνεις μόνος. Γιατί από το λάθος πρόσωπο έχεις πάντα τη δυνατότητα να το σκάσεις με όσο το δυνατόν λιγότερη οδύνη. Με απώλειες μηδαμινές. Επιλέγω «ανάξιο εραστή» σημαίνει επίσης: αναβάλλω τον έρωτα, αλλά συγχρόνως δεν κλείνω την πόρτα στην ελπίδα θα φύγει ο πρόσκαιρος και λίγος, και κάποια μέρα θα έρθει ο ανάξιος. Αλλά όχι ακόμα. Δεν είναι η ώρα μου. Τώρα φοβάμαι οτιδήποτε μπορεί να πάρει μορφή αμετάκλητου.»

«Eγώ γλύτωσα και δεν είμαι πλέον σαν κι εσάς. Εγώ χόρτασα. Και λεφτά. Και οικογένεια κι αγάπη. Κυρίως αγάπη. (…) Ένα χειμώνα αγάπη. Μια άνοιξη ελπίδα. Και ένα καλοκαίρι προοπτική. Ολόκληρο προοπτικές. Εγώ, η ξεγραμμένη.
Χρειάστηκε να ξεγραφτώ για να μπορέσω να συμμορφωθώ και να αγαπήσω και να αγγίξω και να ανταποδώσω τα πάντα. Εγώ. όχι πια ορφανή. Γεμάτη. Επαρκής, Μισοσίγουρη. Και «ωραία», όπως με ήθελα. Με μακριά μαλλιά. Να ερεθίζουν ώμους και πλάτη…»
(απόσπασμα από το τελευταίο κείμενό της Ορός με καραμελοαγελάδες).


Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Photography by Brooke Shaden




Brooke Shaden was born in March of 1987 in Lancaster, PA, USA. She grew up near the "Amish Country" until attending Temple University. Brooke was photographically born in December 2008 after graduating from Temple with bachelor degrees in film and English. She now resides in Los Angeles, CA, USA with her husband and two cats.
She began creating self-portraits for ease and to have full control over the images, and has since grown into a self-portrait artist. Self portraiture for her is not autobiographical in nature. Instead, she attempts to place herself within worlds she wishes we could live in, where secrets float out in the open, where the impossible becomes possible.
Brooke works to create new worlds within her photographic frame. By using painterly techniques as well as the square format, traditional photographic properties are replaced by otherworldly elements. Brooke's photography questions the definition of what it means to be alive.
Connect with Brooke online: Website | Facebook | Twitter | YouTube
From




























Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΞΟΔΕΥΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ - ΜΑΡΩ ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗ

 Fotofrafer-Matthias Lueger

Αν στέρηση είναι να μην έχεις αυτό που επιθυμείς, ανικανοποίητο είναι να έχεις μεν αυτό που επιθυμείς, αλλά να μη σου προσφέρει τη γεύση που περίμενες να σου προσφέρει. Η απόκτησή του να αποδεικνύεται απογοητευτική.

O άνθρωπος σήμερα μαραίνεται μέσα στην εποχή του ανικανοποίητου. Κι αν, όταν στερείσαι, μπορείς να ονειρεύεσαι και να προσδοκάς, μέσα στην ανικανοποίητη καθημερινότητα και τις απανωτές απογοητεύσεις -όχι απ’ αυτά που δεν έχεις αλλά απ’ αυτά που έχεις-, δεν ξέρεις πια τι ακριβώς να επιθυμήσεις. Από παντού ακούς χείλη πικρά να συμπεραίνουν πως δεν υπάρχει συναίσθημα, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, αξίες, φιλότιμο. Οι άνθρωποι παραπονιούνται πως δεν τους αγαπούν.

Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη. Η αγάπη όντως είναι η μεγάλη πλήρωση της ύπαρξης, αλλά μόνο όταν πρόκειται για αγάπη που δίνεις. Όσο κι αν αγαπιέσαι, το ανικανοποίητο θα επιμένει ζοφώδες στην καρδιά, αν αυτή η καρδιά δεν μπορεί να αγαπήσει. Γεμίζουμε μονάχα απ’ την αγάπη που εμείς δίνουμε, από την πίστη που ασκούμε, από όσα δικά μας χαρίζουμε.

Ακόμη κι η ψυχή διά της απωλείας της κερδίζεται. Είναι μοίρα ή ελεύθερη επιλογή η ικανότητά μας στο συναίσθημα; Πρέπει να είναι ελεύθερη επιλογή, γι’ αυτό και η καρδιά είναι διαρκώς θυμωμένη με τον μίζερο εαυτό μας που τη στενεύει. Κι αν είναι δύσκολο να βρίσκουμε αγάπες, είναι πολύ πιο δύσκολο να αγαπάμε· προϋποθέτει μεταστροφή της εγωιστικά εκπαιδευμένης προσωπικότητάς μας κάτι τέτοιο. Όσο την αρνούμαστε τη μεταμόρφωση, η επιδημία της ανίας και της κατάθλιψης εξαπλώνεται, σαν φάντασμα στοιχειώνει τη ζωή μας. Λέγεται πως: "Μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη…"
Πηγή

Ποιήματα - Γιώργος Θέμελης


ΕΙΠΑ Ν’ ΑΦΗΣΩ

Είπα ν’ αφήσω αυτό το πεθαμένο σπίτι
να πάω να κατοικήσω επάνω στη θάλασσα
Σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές
εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες

Το παράθυρο γέρνει γυμνό μέσα στη νύχτα
όλα τα τζάμια έχουν πέσει
κομμάτια από γυαλί πάνω στη σκόνη

Και μένω κι’ αγωνίζομαι να βρω τη σκιά μου
ίχνος από παληό λησμονημένον ήλιο



(Από τη συλλογή «Γυμνό παράθυρο», 1945)




ΑΓΓΙΣΑ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ

Άγγισα την ομορφιά
με τα χέρια μου

Η φορεσιά μου με ζώνει
ερωτευμένη

Έξω απ’ το σχήμα
κι’ από το ρόδο
του σώματός μου

Άπληστα χείλη
άπληστα δάχτυλα που τρέχουν
σα δάκρυα

Άστρα λευκά
κόκκινες στάλες αγάπης
μέσα στις φούχτες μου

Στο στήθος
στ’ ασημένια μαλλιά
αντίλαλοι
σωπασμένων
αυλών

Καθρεφτισμένο πρόσωπο
ανείπωτο
απέραντο
πολλαπλό

Σαν ένα δέντρο που εκτείνεται
μέσα
στον άνεμο


(Από τη συλλογή «Άνθρωποι και πουλιά», 1947)



ΕΡΗΜΙΑ

Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα…

Απ’ όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
να βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,
από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιής νερό,
από τα πλοία που δεν ταξίδεψες…

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.
Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα…
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.
Τα σώματα πεθαίνουν σιγά σιγά από εγκατάλειψη,
μαζί με τα παληά μας φορέματα μες στα σεντούκια…
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίξαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα, που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός…

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.



(Από τη συλλογή «Συνομιλίες», 1953)