Σελίδες

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2021

Μενέλαος Λουντέμης, «Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς»

Μενέλαος Λουντέμης: «Καθαρό πρόσωπο»

Υπομονή.

Δεν τελείωσαν όλα.

Σ' αυτή τη ζωή δεν τελειώνουν όλα

 Ούτε σε μια μέρα

Ούτε σε μια ζωή.

Στην άκρη της νύχτας

- για σε το λέω, απελπισμένε -

στην άκρη της νύχτας

πάνω σε κάποιο κλαρί

κρέμεται μια ελπίδα...

Το ίδιο και για σένα

- Στραγγαλιστή-

στην άκρη κάποιου κλαδιού

Κρέμεται μια αγχόνη.

Υπομονή μόνο.

Άς πηγαίνουν όλα αργά,

Άς δείχνουν όλα λυπημένα
(μετά τη δύση της μέρας ή μετά τη δύση της ζωής).

Άς λενε..

Πως ο θεός έπλασε τον κόσμο
σ' επτά μόνο μέρες.

Σ' επτά μόνο μέρες δε μπορείς
να χτίσεις ούτ' έναν πύργο στην Ισπανία !

Αλλά - πολλές φορές - καλά είναι και τα ψέματα.

Σβήνουν κι' αυτά κάποιες δίψες.

Νάναι μόνο καθαρά. Καθαρά ψέματα

Όχι βρωμισμένα μ' Αλήθειες !

Επι τέλους θέλουμε ένα βρώμικο ψέμα

Για να γλυτώσουμε απ' τις φκιασιδωμένες αλήθειες.

ΣΙΣΥΦΟΣ

Πώς να την κυλήσω και τούτη τη νύχτα;
Ένας Σίσυφος έχω γίνει.
Ένας Σίσυφος που σπρώχνει τη νύχτα.
Μα κείνη δεν προχωρεί.
Είναι γιατί της έχουν δεμένα τα σφυρά
με μολύβια του βαρυποινίτη.

Οι μέρες πνίγηκαν στην Δύση.
Πίσω απ'τους όγκους των βουνών
Πού φραξαv το πέρασμα του ήλιου,
Μην τύχει κι έρθει και σ' εμέ το Σίσυφο
Και μου χαιδέψει τα μαλλιά
Μη μου πει "Καλημέρα"

Χρόνια ρωτούσα...γιατί;
Γιατί σε μένα αυτή η τιμωρία;
Μα σήμερα το βρήκα.
Ο λόγος είναι που---
σαν είμουνα παιδάκι---
Ζωγράφιζα περιστέρια
με λυτά φτερά.


ΣΥΜΠΟΣΙΟ
Δεν κάλεσα στο δείπνο μου κανέναv
Ούτε φίλο, ούτε αδερφό. Το τραπέζι
Το στρωσα μόνο για τους εχθρούς μου.
Μα δεν απάντησε στην πρόσκληση
Κανένας.

Και τώρα πρέπει να τα πιω όλα εγώ
Και το νέκταρ και το δηλητήριο.
Κι' όσο για το δηλητήριο, ναι.
Συνηθισμένος είμαι.
Θα το πιω ως τον πάτο.
Μα το νέκταρ, το νέκταρ
Με ποιόν θα το μοιραστώ;

Και να γιατί
Κάθομαι τώρα εδώ
Κι αδειάζω μόνος μου το φαρμάκι
Στη γειά των φίλων μου
Και το νέκταρ
Στην υγειά των εχθρών μου.
Στη γειά των εχθρών μου.


Art by Alex Alemany
ΧΑΡΤΙΝΗ ΣΟΦΙΑ

Έφαγα σαράντα βιβλιοθήκες
Χρυσόδετους τόμους
Που πριν από μένα 
Είχε πάρει το γεύμα του 
Ένας σοφός μου συνάδελφος
( Που ύστερ τον έφαγε μαι γάτα )

Έφαγα σαράντα Βιβλιοθήκες.
Κι' ήταν  σα να 'τρωγα
ολόκληρο αμπάρι από άχερο
Για να βρω -  θείο απόσταγμα ! -
Ένα σπειράκι σιτάρι.

Έφαγα σαράντα βιβλιοθήκες
Σαράντα χρόνια ζωής
Κι η γέψη τους ήταν πικρή -
Μόνο σκόνη.
Μισός αιώνας σκόνη.

Να πεθάνω ; Θα 'ταν μάταιο.
Μα και να ζήσω θα 'ταν αργά.
Υπάρχει πολύ φαρμάκι άπιοτο.
Και δρόμος απερπάτητος πολύς
Που σε πάει - αλλίμονο ! - εκεί
Που τελειώνουν μόνο οι δρόμοι.
Και κανείς δεν αρχίζει.


Art byAlison Dunlop
OΙ ΣΚΑΠΑΝΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ


Η εντολή ήταν ρητή, οργίλη.
Να θρυμματιστούν όλα !

Να μη μείνει ούτε λουλούδι σε μισχάρι.
Ούτε χαμόγελο σε  χείλια
( Φαρμάκι, ναι, όσο θέλεις... )

Να πυρποληθούν ( και στο πυρ να παραδοθούν )
Όλοι οι ανθόκηποι κι' όλα τα πάρκα
Μαζί με τις "Παιδικές Χαρές".
Οι παιδικές χαρές να γίνουν παιδικές λύπες
και παιδικά εγκλήματα
Όλες !

Να κλείσουν κι' όλα τα Ωδεία
Να γίνουν καφωδεία !
Η μουσική δεν έχει θέσιν
Σ' έναν κόσμο του Μέλλοντος
Του φτάνουν οι πολεμικοί ορυμαγδοί !

Και.. τέλος : Να γκρεμιστούν
όλες οι χελιδονοφωλιές.
Και στη θέση τους να χτισθεί το θαύμα του Αιώνα μας !

Καινούριος Πύργος της Βαβέλ
Για να μη μπορέσουν να συνεννοηθούν πια οι άνθρωποι
- Ποτέ πια - Ποτέ !


ΑΡΓΟΠΟΡΙΑ

Ήρθες αργά

Και τα χρόνια μου είναι βιαστικά.
Εσύ έχεις το δικαίωμα να γελάς,
Εγώ δεν έχω το δικαίωμα ούτε και να κλάψω.
Εσύ μπορείς να πηδάς
πάνω απ'τις ράχες των λόφων
Και απ'τις ράχες των γηρατειών.

Εσένα σου τα συχώρεσαν όλα.
Και τις αταξίες και τις κακοκεφαλιές.
Εμένα δε μου επιτρέπουν
ούτε ένα μικρό παραπάτημα.

Σου μιλώ με λόγια μεστά
Σαν ώριμα μήλα.
Τη ντροπή δεν την έφερε στον κόσμο
το "μήλο της αμαρτίας"
( τα μήλα δεν έχουν αμαρτίες )
Ούτε κι' οι ντροπές κοκκινίζουν.
Την αμαρτία δεν την έφερε στον κόσμο
Ούτε η άγνοια του Αδάμ
ή η "πονηρία του όφεως"

Η αμαρτία ήρθε στον κόσμο
ακολουθώντας το δρόμο
που της έδειξαν οι τυφλοί,

Κάτι παράξενοι "τυφλοί". Που ενώ
τα βλέπουν όλα...όλα...
Και τους Ναούς και τις Τράπεζες
Και τις Ταβέρνες και τα Πορνέια
Κι' ανοίγουν όλες τις πόρτες
Και των μυστικών και των μυστηρίων,
Ποτέ δεν άνοιξαν την πόρτα
που μέσα της κάποιοι βογγούν.


ΕΡΩΤΙΚΟ


Ήρθε.
Και φώτισε την καταπακτή μου.
Κι’ έγινε φως. Ήταν ο ουρανός; Δεν ξέρω.
Ένα μόνο ξέρω
Πως έχασα τη γη.
 
Ήρθε.
 
Και ξοπίσω της έτρεχαν ξυπόλυτες
Ένα κοπάδι ξέπλεκες ακτίνες
Παίζοντας κρυφτούλι με τους ατμούς.
 
Ήρθε.
Κι’ έφυγε τρομαγμένη η πίσα
Σκορπώντας της τα μαύρα της δάκρυα
Ενώ κάτι μεθυσμένοι κορυδαλοί
Ανεβοκατέβαιναν σα σαλτιμπάγκοι.
 
Ήρθε
Κι’ ένα χελιδόνι
– Καθώς έφευγε για τόπους μακρινούς
Σταμάτησε κι άπλωσε τις φτερούγες του
πα στο σταυρό της κοντινής μας εκκλησίας.
Αγάπη !
Για να ζήσεις ήρθες;
Ή για να σταυρωθείς;

Τρίτη 8 Ιουνίου 2021

Μενέλαος Λουντέμης, «Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους»

 Ο ήρωας, δίχως μέλλον, τριγυρνά στη Χαλκίδα, στην Αθήνα, στον Άγιο Κωνσταντίνο...
Καταπιάνεται με όποιο επάγγελμα μπορεί για να επιβιώσει του αρκεί ένα κομμάτι ψωμί και μια στέγη για να προστατευτεί από τη νύχτα και την καταιγίδα. Γίνεται λούστρος, λογιστής, ηθοποιός, πλανόδιος βιβλιοπώλης. Κάπως έτσι γνωρίζει τον συγγραφέα Γιάννη Σκαρίμπα, με τον οποίο γίνονται αδερφικοί φίλοι. Κινητήριος δύναμη είναι γι' αυτόν, όπως και για τον Σκαρίμπα, η αγάπη η αγάπη για τα βιβλία και για την Αλίκη. Αναζητά τις αλήθειες που θα τον λυτρώσουν, περιπλανιέται - κυνηγάει τους ανέμους... (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


«... Ο Λουντέμης έγραφε όπως ανάσαινε, δεν σταματούσε ποτέ... Σχεδόν καθένα από τα βιβλία του είναι και μια μαρτυρία από τη μακρόχρονη οδύσσειά του στους χώρους της εξορίας - μέσα κι έξω από την Ελλάδα».
(Στρατής Τσίρκας)

«Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους» (απoσπάσματα)

«Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει... τρέχει... ασυλλόγιστα στους γκρεμούς, που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά. Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει. Να πεις "όχι" στην αγάπη είναι σα να κατσουφιάζεις μπροστά σ' ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν' ανοίξει. Σα να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο».

«H αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει την ζωή μας….μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας.,»

Κάτω από το πευκάκι ο κόσμος γίνεται απέραντος. Σωπαίνουν όλες οι φωνές που είχες μέσα σου. Γίνεται ησυχία. Οι ιδέες που βουίζουν μεσ’ στ’ αυτιά σου…. τα παράπονα που φουσκώνουν το στήθος σου… Οι έγνοιες που χουν εκεί μέσα την φωλιά τους… Όλα πέφτουν στο νερό, σκορπούνε, χάνονται.

Ακουμπάς στη ρίζα, αντίκρυ στην πεντάμορφη πόλη. Ύστερα κλείνεις την πόλη όξω απ’ τα μάτια σου, και φέρνεις στη θέση της ένα κήπο. Δάσος οι νερατζιές… και το παγκάκι ολομόναχο κάτω από μια νερατζιά. Είναι τα μάτια της λαμπερά και σε λούζουν. Κείνη λέει τ’ονομά σου πολλές φορές. Ακουμπάει το χέρι της στην άκρη των μαλλιών σου -έτσι. Κι εσύ ο νιώθεις -το χέρι της!- το νιώθεις να κοκκινίζεις απ’την ντροπή. Τόσο όμορφο, τόσο ντροπαλό χέρι… πάει, δεν είναι πια να ξαναγίνει.

Ύστερα κάτι γίνεται κι όλα σταματούν… Οι νερατζιές απόμειναν σκυφτές από πάνω μας…Το φιλί της μοσχοβολούσε νιότη!… Αλίκη… Τ’ονομά σου έμεινε στα χείλη μου σαν το κλαδάκι της βραδυνής μας νερατζίας. Το κρατώ και μοσχοβολά ο κόσμος. Τώρα (αγάπη μου…αγάπη μου..), τώρα ζηλεύω το παγκάκι που ακουμπούσε το φουστάνι σου… Και ζηλεύω και τον εαυτό μου που ήταν εκεί και το ‘δε…. Αλίκη.. θέλω να πω ένα τραγούδι και φοβάμαι μην καεί το στόμα μου.

Μα βλέπεις, η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει την ζωή μας…. Μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας.

Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν την χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθηση της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν την χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Καν’την τραγούδια, ξενύχτια. Καν’την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην την μοιρολογάς. Είναι σαν να την βρίζεις. Σαν να τη κλεινεις τον δρόμο να ξανάρθει.»

Εκείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. Γιατί τώρα σ’ τα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω. Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις, θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δεν σ’ τα δίνουν. Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;

Μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν;…

Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε, κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα.

Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε.

Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες.

Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις.

Καν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Καν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις το δρόμο να ξανάρθει.

Κοίταξέ με προσεχτικά και θα καταλάβεις. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ… Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο.

Να πεις “όχι” στην αγάπη είναι σαν να κατσουφιάζεις μπροστά σ` ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν` ανοίξει. Σαν να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο».

Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την  περιμένουμε ή όταν την χάνουμε. Οταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθηση της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν την χάσουμε.

Ήταν τρελλή; Ήταν άρρωστη;… Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω: πως μ’ έκανε δυστυχισμένο.

Κείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο.

Γιατί τώρα στα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω.

Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δε στα δίνουν.

Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;

«Ο ουρανός είν' απέραντος πάνω απ' το κεφάλι μου, απέραντος και πιτσιλισμένος με φωτιά.

Α, τα καημένα τα όνειρά μου πώς τα χάλασα

Με την αγάπη σου την άπονη, Αλίκη.

Εσένα η θάλασσα σε γέννησε... η θάλασσα...

Κι είν' του γιαλού της, η καρδιά σου, ένα χαλίκι.

Ο ανήφορος είναι απότομος και τα βήματά σου δεν είναι διόλου στέρεα.

Ό,τι και να πεις όμως, κι όσο κι αν είναι η αγάπη της άπιαστη, χαμένη έξω απ' τα σύνορα της καρδιάς, το φιλί της... δε θα ξεχαστεί.

Το φιλί της κείνο το δυνατό σαν χαμός.

Να, όπως σαν να θέλεις ν' ανασάνεις κι έρχεται ένα φιλί και σου φράζει το στόμα.

Κι εσύ πια δε θέλεις ν' ανασαίνεις... δεν έχεις ανάγκη πια ούτε από ανάσα, ούτ' από τίποτα.

Γνωστική αγάπη ήθελα - ήταν που ήμουν μικρός και δεν το' ξερα.

Όλα τα πράγματα που δεν έχουν καρδιά και φλόγα είναι γνωστικά.

Τέτοια αγάπη ήθελα;»

Μενέλαος Λουντέμης, «Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους»