Σελίδες

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

ΑΓΕΛΑΣΤΗ ΑΝΟΙΞΗ -ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ



Ο Μέλιος Καδράς, ο ήρωας του βιβλίου, έπαψε να είναι παιδί και δε μετράει τ' άστρα, μόνο τ' αγκάθια που στρώνει στον δρόμο του η ζωή. Περιπλανιέται ακόμα μία φορά στην επαρχία της Βόρειας Ελλάδας, όπου συναντά πρόσφυγες πεταμένους σε ξεροχώρια, πονηρούς γύφτους να φιλοσοφούν, φτωχούς και αμόρφωτους κτηνοτρόφους και αγρότες. Εκεί γνωρίζει δυο ανθρώπους που, ο καθένας με τη λαϊκή του σοφία και τον τρόπο του, τον βοηθούν να βρει αποκούμπι στην περιοχή.
Γίνεται δάσκαλος σ' ένα χωριό και ορθώνει περήφανα το ανάστημά του μπρος στην ξιπασιά των «αφεντάδων». Βοηθά τους φτωχούς και τους ανήμπορους να βρουν κάποιο νόημα στην πληκτική ζωή τους και αντιμετωπίζει με σθένος κάθε αδικία, κάθε δυσκολία που παρουσιάζεται μπροστά του. Πραγματοποιεί την πολυπόθητη επιστροφή, καβάλα στ' άλογο, στην πόλη του, για να συναντήσει και πάλι τους παλιούς του συμμαθητές, μα, κυρίως, τη μοναδική του αγάπη, την Αγράμπελη - ένα ταξίδι τόσο πικρό, που ύστερα απ' αυτό νιώθει την ανάγκη να βγει και πάλι στον δρόμο... (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΑΓΕΛΑΣΤΗ ΑΝΟΙΞΗ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)
Η ζωή είναι μιά μέλισσα, λένε. Λένε ... Δηλαδή κεντρί και μέλι. Κι εσύ ... Αν είσαι καλός μελισσάς πετάς το κεντρί και τρως το μέλι. Αν είσαι κακός, τρως το κεντρί και πετάς το μέλι ... Βλακειών το ανάγνωσμα. Όλοι είμαστε άνθρωποι. Άνθρωποι που ήρθαμε για να φάμε όχι μόνο το μέλι αλλά και το κεντρί. Όμως ... σαν είσαι μικρός, και άχνουδος, τότε τρως μόνο το κεντρί, και το μέλι στο τρώνε άλλοι.
Πολύ γνωστά πράματα. Τάπαθε κι ένας φίλος μας (αυτός που είναι για να γεμίσει τις σελίδες αυτού του βιβλίου) Θα τον ξέρετε ... Ο Μέλιος Καδράς. Που γέμισε τις σελίδες ενός άλλου βιβλίου. "Ένα παιδί μετράει τ' άστρα". Μα τώρα δεν είναι πια "παιδί" ούτε "άστρα" μετράει. Τώρα μετράει αγκάθια. Μα ... αν είναι έτσι όπως το λες (τότε αυτός ο Μέλιος) με τόσα πολλά αγκάθια θα μοιάζει με σκαντζόχοιρο! Μα δε μοιάζει. Γιατί τ' αγκάθια τά 'χει όλα από μέσα και δεν φαίνονται. Καλά μα ... δεν τον πονάνε; Θα ρωτήσεις. Τον πονάνε, αλλά όχι και τόσο πολύ. Γιατί ο Μέλιος ανακάλυψε ένα γιατρικό που μόνο στα γηρατειά τους τ' ανακαλύπτουν οι άνθρωποι: Το μυστικό να κάνεις τ' αγκάθια σου φίλους.

Ας έβλεπα μια φορά μωρέ έναν καλό άνθρωπο χωρίς οχτρούς. Ας έβλεπα έναν. Μαράζι το χω… Η φιλία κρατάει μονάχα μια μέρα. Κάθε μέρα πρέπει να της αλλάζεις βρακί. Το άπλυτο κορμί το πλένεις. Καθαρίζει. Η βρόμικη ψυχή πώς πλένεται; Εάν βυθισθώμεν… ας βυθισθώμεν εις τον ωκεανόν! Ουχί εις την σκάφην! Και το κακό πάλι καλύτερο είναι απ? το τίποτα… Καλύτερα μάτια δακρυσμένα παρά μάτια κλειστά.
Πώς να προφυλαχτείς απ? τους φοβητσιάρηδες; Όλες οι συμφορές στον κόσμο απ? τα παρακάλια έγιναν. Φοβού τον Θεόν αλλά τρέμε τους πιστούς του! Κείνος που στ? αληθινά αγαπά το Λαό δε γίνεται ποτέ αρχηγός του, γίνεται υπηρέτης του. Ο καλός και περίεργος Θεός έπλασε -όπως ξέρουμε όλοι- πολλά και -χωρίς να ξέρουμε το ''γιατί''- κι ένα σωρό μύγες. Μαύρες, γκρίζες, καφετιές, χρυσές… Μα όλες, ακόμα και οι βρομερότερες, και οι πιο κακομαθημένες, έρχονται, πίνουν το αίμα σου και φεύγουν. Μα οι αλογόμυγες; Αυτές δεν είναι μύγες αγαπητοί μου. Είναι στρείδια. Μάλιστα. Γιατί δεν έρχονται εκεί μόνο για φαγοπότι. Αυτές και κοιμούνται εκεί, και παντρεύονται εκεί και γεννάνε και ξαναγεννάνε… Όλα… “Καλά να πάθεις, σου λένε οι γαϊδάροι. Ωχ… Καλά να πάθεις. Ποιος σου είπε να γίνεις άλογο; Αν γινόσουν γαϊδουράκι να σε καβαλίκευε ο Χριστός θα γλίτωνες τώρα απ? τις αλογόμυγες. Ούτε μια δε θα σε ζύγωνε. Έχεις ακουστά εσύ να υπάρχουν γαϊδουρόμυγες; Όχι!” -Η Αλάφω. -Το πήρε; (εννοεί δηλητήριο) -Ναι. -Και δεν μπόρεσε, μωρέ, τόσος κόσμος να την εμποδίσει; -Μπα…Την βοηθούσαν κιόλα να το πάρει, για να γλιτώσει. -Ε!…λύκοι πού μαστε! -Τώρα το κατάλαβες; -Το κατάλαβα από καιρό μα υπομόνεβα. Άσε, λέω, ή θα γίνω κι εγώ λύκος ή θα γίνουν και κείνοι άνθρωποι
Πηγή: cityportal.gr

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2020

Ποιήματα του Μενέλαου Λουντέμη

rain gif animationΒΡΟΧΕΡΟ
Βούρκωσε η μέρα…ψιχαλίζει.
Ένα καΐκι στριφογυρίζει σα σαστισμένο παιδί.
Η νοτιά τού ξέσκισε την ποδιά του.
Τώρα θα τ’ αρπάξει απ’ τα μάτια μου,
Τώρα θα το καταπιεί` και πάει
( χάθηκε και το τελευταίο σινιάλο του κόσμου).
Σκεπάζω τα μάτια μου. Καραβάκι…
Αδύναμο φτερό. Πνιγμένο πουλί της θάλασσας.
Μέσα μου σ’ έλεγα «Μυρτώ».
Μυρτώ…Κι έν’ άσπρο φουστανάκι.
Ήρθες, καραβάκι λευκό.
Ήρθες λικνιστικά απ’ το Αιγαίο.
Κουνώντας το πανάκι σου απ’ την πλώρη –
Σα ρουχαλάκι της κούκλας της.
Και τώρα κυλάς στα γκρεμνά του νερού.
Κυλάς και δε γλιτώνεις.
Κι εγώ δεν έχω παρά δυο βρεγμένα μάτια.
Κι ένα ακρωτήρι…να περιμένω.
Να περιμένω να ξαναγίνει άνοιξη – Αχ, καραβάκι!
Να περιμένω να ξαναγίνει ξαστεριά.
Rain Raindrops GIF - Rain Raindrops GIFs
ΒΡΑΔΙΝΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Απόψε ήρθε η νύχτα αντάμα με τη βροχή
– Χειροπιασμένες στρίγκλες –
Και μας σύναξε στο τσαντίρι μας νωρίς.
Κουρνιάζουμε άλαλοι, κι αφήνουμε
Μόνη τη βροχή
Να μας μιλάει – ιστορία ψιχαλιστή –
Για κάμπους κι ασημένιες αυλακιές,
Για τα σπαρτά και για τις παπαρούνες.
Ο μύλος στη ρεματιά – άσπρο τραγούδι –
ν’ αλέθει, ν’ αλέθει τον καρπό.

Ο Βαγγέλης, ο βουνίσιος αδελφός μας, σωπαίνει.
Ακουμπάει στη διχάλα του χεριού του.
Κι ο νους του δρασκελά τη θάλασσα…
Ήταν ξωμάχος, ένας ηλιοκαμένος ποιητής.
Που έσπερνε με το ξινάρι του
Καταπράσινες σελίδες.

Μα τώρα η γη η αγάπη του, τώρα η γη η ψυχή του,
Που τη χτένιζε σα μονάκριβη θυγατέρα,
Τώρα η γη ξενυχτάει κάτ’ απ’ τον ουρανό,
Απότιστη κι ανάλλαγη σαν έρημη εκκλησιά,
Που περιμένει τη λειτουργία των χεριών του.
Τώρα εκεί όλα είναι ένα λείψανο.
Τώρα ο μύλος αλέθει μόνο ερημιά.
Και τ’ αχούρια γεμίζουνε μούχλα.

Τα γράμματα πηγαινόρχονται ογρά.
« Ακριβέ μας, νοικοκύρη μου…ρημάξαμε..»
Κι ο νους τρέχει, τρέχει, τρέχει…
Λαβωμένο πούπουλο, μαζί με το νοτιά.
Αγγίζει σαν εικόνισμα το κατώφλι.
Σκύβει πάνω απ’ τον ύπνο των παιδιών.
Και το πρωί ξαναγυρίζει στο τσαντίρι.

Απόψε ήρθε η νύχτα μαζί με τη βροχή.
Και στα τσαντίρια κοιμηθήκανε τα φώτα.
Νύχτωσε στη θάλασσα, νύχτωσε κι εδώ.
Νύχτωσε κι έξω από τα μάτια.
Και μοναχά στο μαξιλάρι μας
Αγρυπνά ένα ό ν ε ι ρ ο,
Που κοιμάται και ξυπνά μαζί μας.
wallpaper-desktop-laptop-mac-macbook-vl41-nature-rain-drop-leaf-dark-bw-soft-pattern
Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΕΞΟΡΙΑ
« Απόψε είχαμε πλημμύρα…»
( Από γράμμα τους)


Ακούστε εσείς.

Εσείς που κοιμηθήκατε κι απόψε στα ζεστά,

σβήνοντας με μια κίνηση το φως.

Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»

(«Γεννηθήτω φως» – και εγένετο). Ακούστε με!



Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι –

γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με.

Εσείς που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα.

Εσείς που σας φιλά στο στόμα η Ζωή.

Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς.

Ακούστε με!



Λίγες μόνο ώρες απ’ τη στεριά,

και χίλια χρόνια μακριά απ’ την Οικουμένη,

παλεύει ένα ολομόναχο νησί

– πέτρινος αφαλός στο χάος της θάλασσας -,

στο ασίγαστο Αιγαίο, που σηκώθηκε ορθό.

Και χύθηκε πάνω στα γκρεμνά του.



Απόψε έφτασε εκεί ο Κατακλυσμός,

Ξεκολλημένος απ’ τις αλυσίδες της Μυθολογίας.

Κι έσπασε τους μύλους του νησιού.

Και χόρεψε στην πέτρινη ράχη του

Τον πυρρίχιο της λύσσας.



Απόψε βρέχει μαχαίρια η βροχή,

Και σκίζουν τις κοιλιές των τσαντιριών τους.

Ο βοριάς δείχνει ολόισα το νησί.

Και τα κύματα αδειάζουν τις άγριες δεξαμενές τους

Ίσα πάνω του.

Και σκάβουν, σκάβουν την πλαγιά.

( Κι ο κόσμος εγέμισε ρυτίδες…)



Α, τι κυλούν τις νύχτες οι κατεβασιές!

Τι παίρνουν, και τι φέρνουν, και τι κυνηγούν!

Τι μπόγους, τι σοδειές και τι υπάρχοντα!

Τι αίματα, τι δέματα και τι φυλαχτά…

Το γράμμα της μανούλας…που βράχηκε.

Και δε θα διαβάζεται πια.

( Κι ήταν τόσο λίγη η ορθογραφία της…)



Κι όλα αυτά γιατί; Μα γιατί;

Γιατί η ματιά τους είναι απλή και φεγγερή.

Γιατί ζεσταίνει τις πληγές του κόσμου.

Γιατί η μιλιά τους είν’ γλυκιά και ταπεινή.

Σαν την « επί του όρους» ο μ ι λ ί α.



Απόψε πάλι δε θα κοιμηθώ.

Απόψε πάλι θα βραχώ με τους βρεγμένους.

Και θα βογκήξω με τους άρρωστους.

Γιατί η ψυχή μου έμεινε εκεί..

Γιατί ο Γολγοθάς που με κάρφωσε

μου’ δωσε το σταυρό του μαζί μου…
ΑΣ ΜΗ ΜΕΤΡΗΣΟΥΜΕ
Ας μην καθήσουμε να μετρήσουμε
Ποιανού δάκρυα ήταν πιο ζεστά.
Μπορεί πιο ζεστά να’ ναι κείνα
Που δε χύθηκαν ακόμη.

Ας μην καθίσουμε να ρωτήσουμε
Ποιο αίμα ήταν πιο κόκκινο.
Μπορεί πιο κόκκινο να’ ναι
Κείνο που πρόκειται να χυθεί.

Ας μη ρωτήσουμε να μάθουμε
Ποιανού ιδρώτας ήταν πιο καυτός.
Όλοι οι ιδρώτες έχουνε τη γέψη
που’ χουν τα δάκρυα.

Λοιπόν…Ας μην πνιγόμαστε στους ορισμούς.
Στις χρονικές και κτητικές αντωνυμίες.
(« Σήμερα»… « Χτες»… « Αύριο»…)
Κλάψαμε χτες στην Αφρική
Με τα βασανισμένα μάτια των νέγρων.
Κι αύριο θα κλάψουμε στη Σαϊγκόν
Με τα οργισμένα μάτια των Βιετναμέζων.
Αύριο μπορεί να πέσουμε στο Κογκό
Ή να ιδρώσουμε στην Κούβα.

Γιατί είμαστε από κείνους
Που ιδρώνουνε, πεθαίνουν και κλαίνε
Σε κάθε κορμί που ιδρώνει και κλαίει.
Κρυώνουμε σήμερα στη ζούγκλα.
Ιδρώνουμε αύριο στον Αρκτικό.

Το κορμί μας είναι ένας πλανήτης.
Με όλα μαζί τα κλίματα.
Πόνεσε, κλάψε, πείνα.
Μόνο μην κάνεις τον άλλον
Να πονέσει και να πεινά.
Κι εσύ φημισμένε, εσύ δοξασμένε,
Εσύ δυνατέ…ένα μόνο ξέρε:
Πως όσο ψηλά κι αν ανέβεις,
Ποτέ δε θα φτάσεις το μπόι των χαμηλών
Που θυσιάστηκαν για ψηλά πράγματα!

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Verlaine Paul-( Πόλ Βερλαίν) Ποιήματα

Σχετική εικόνα

Νυχτερινή Φαντασία
Νύχτα. Βροχή. Ένας ουρανός θαμπός, που τον σπαθίζει,
όσο είναι φως, με πύργους και με τόξα, η σιλουέτα
πολιτείας γοτθικιάς, μακριά μες στο σταχτί σβησμένης.

Κάμπος. Μια αγχόνη, από κορμιά που σήπονται γεμάτη,
που με τις μύτες τα σκουντούν τ' αχόρταγα κοράκια,
κι ενώ χορεύουν άμοιαστες πόλκες στον στον μαύρο αέρα,
τα κρεμασμένα πόδια τους τα 'χουν οι λύκοι δείπνο.

Αγκάθια σκόρπια, λιγοστά χαμόδεντρα και πρίνοι,
που δώθε κείθε όλο πετούν των φύλλων τους τα σκιάχτρα
μέσα στο σάλο της καπνιάς, καθώς σε σκίτσου φόντο.

Κι ύστερα, γύρω από δυο τρεις νεκρόθωρους δεσμώτες,
που παν γυμνόποδοι, φρουροί διακόσοι κι εικοσπέντε
τους πάνε, και τ' ατσάλια τους, ορθά σαν λύσγου ατσάλια,
γυαλίζουνε, αντιμέτωπα με της βροχής τις λόγχες.
Αποτέλεσμα εικόνας για animated with rain at night
  Κάτι Κλαίει

Κάτι κλαίει στη καρδιά μου
καθώς βρέχει μες στη χώρα,
τάχα τί μαράζι, αλιά μου,
τη στραγγίζει τη καρδιά μου;

Γλυκά σταλάζει η βροχή
στη γη, στα κεραμίδια.
Στην άχαρή μου τη ψυχή,
τάχα τί τραγουδάς, βροχή;

Κλάμα, χωρίς αστεία.
σπαράζει η καρδία.
Τάχα μια απιστία;
Κλαίει χωρίς αιτία.

Κι είν' ο πόνος της περίσσος
να μη ξέρει το γιατί,
μ' ούτ' αγάπη, ούτε μίσος
να τη δέρνουν οι λυγμοί.



Το Οικείο Μου Όνειρο
Συχνά έχω τούτο το παράξενο και διαπεραστικό όνειρο
μιας γυναίκας άγνωστης που αγαπώ και με αγαπά
και που όμως δεν είναι κάθε φορά ούτε ακριβώς η ίδια
αλλά ούτε και κάποια άλλη, και με αγαπά και με καταλαβαίνει.

Γιατί εκείνη με καταλαβαίνει κι η καρδιά μου είναι διάφανη
για αυτή μονάχα˙ και τον ιδρώτα του χλωμού προσώπου μου
μονάχα αυτή ξέρει να δροσίζει με το κλάμα της
Να είναι άραγε καστανή, ξανθιά ή κοκκινομάλλα; Δε ξέρω.

Το όνομά της; Θυμάμαι πως είναι γλυκό κι εύηχο
σαν τα ονόματα των αγαπημένων που μας στέρησε η ζωή
Το βλέμμα της είναι όμοιο με το βλέμμα των αγαλμάτων
κι όσον αφορά στη φωνή της, απόμακρη σοβαρή κι ήρεμη,
με τη χροιά φωνών αγαπημένων που σωπάσαν...

  Τα Χέρια

Τα χέρια τ' ακριβά, δικά μου που έγιναν,
ωραία-ωραία, μικρά-μικρά,
κι ύστερ' απ' όλα τα θανάσιμα γλυστρήματα
κι απ' όλ' αυτά τ' ανίερα κοσμικά.

Ύστερ' από τ' αραξοβόλια και τις αμμουδιές
κι από τους τόπους κι από τα λημέρια,
ρήγικα χέρια πιο πολύ κι απ' των παραμυθιών,
μου ανοίγουν τα όνειρα τ' αγαπημένα χέρια.

Ονειρευτά χέρια απλωμένα απάνου απ' τη ψυχή μου,
τάχα το ξέρω εγώ τι θα 'χετε καταδεχτεί
να ειπείτε της ψυχής μου που μαράζωσε
μέσα σ' αυτού του κόσμου την κακούργα βοή;

Τάχα είναι ψέμα το όραμα σεμνό που το ανοίγω,
συμπάθειας όραμα πνευματικής,
μιας επιστήθιας, μιας απέραντης αγάπης,
στοργής που όλα μου απάνου της τα παίρνει μητρικής;

Αγαπημένα μου όνειρα, χεράκια μου αγιασμένα
πόνε πανώριε, ποθητέ δαρμέ μου εσύ,
τα χέρια αυτά, τα χέρια αυτά, σεπτά μου χέρια,
κάματε τη χειρονομία που συγχωρεί.


 http://www.peri-grafis.net/ergo.php?id=1349

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

Mario Benedetti-Todavía

No lo creo todavía
estás llegando a mi lado
y la noche es un puñado
de estrellas y de alegría

palpo gusto escucho y veo
tu rostro tu paso largo
tus manos y sin embargo
todavía no lo creo

tu regreso tiene tanto
que ver contigo y conmigo
que por cábala lo digo
y por las dudas lo canto

nadie nunca te reemplaza
y las cosas más triviales
se vuelven fundamentales
porque estás llegando a casa

sin embargo todavía
dudo de esta buena suerte
porque el cielo de tenerte
me parece fantasía

pero venís y es seguro
y venís con tu mirada
y por eso tu llegada
hace mágico el futuro

y aunque no siempre he entendido
mis culpas y mis fracasos
en cambio sé que en tus brazos
el mundo tiene sentido

y si beso la osadía
y el misterio de tus labios
no habrá dudas ni resabios
te querré más  todavía.
(Μάριο Μπενεντέτι) - Todavía (Ακόμη)
Ακόμη

Εξακολουθώ να μην πιστεύω
έρχεσαι δίπλα μου
και η νύχτα είναι μια χούφτα
αστεριών και ευθυμίας
δακτύλων γεύσεις ακούω και βλέπω
το πρόσωπό σου το μεγάλο σου διασκελισμό
τα χέρια σου, και ακόμα
ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω
ότι η επιστροφή σου έχει πολλά
να κάνει με σένα και με μένα
και για ξόρκι το λέω
και για τις αμφιβολίες το τραγουδώ
κανείς ποτέ δεν θα σε αντικαταστήσει
και τα πιο ασήμαντα πράγματα
αλλάζουν σε θεμελιώδη
επειδή γυρνάς στο σπίτι
ωστόσο εξακολουθώ να
αμφιβάλλω σε αυτήν την τύχη
γιατί ο ουρανός σε έχει
μου φαίνεται φαντασία
Αλλά έρχεσαι και είναι σίγουρο
και έρχεσαι με το βλέμμα σου
και γι’ αυτό η άφιξή σου
κάνει μαγικό το μέλλον
ακόμη και αν δεν είναι πάντα κατανοητές
οι ενοχές μου και οι καταστροφές μου
αλλά ξέρω ότι στα χέρια σου
ο κόσμος έχει νόημα
και αν φιλήσω με τόλμη
και το μυστήριο των χειλιών σου
δεν θα υπάρχουν αμφιβολίες ή άσχημες γεύσεις
θα σ 'αγαπώ περισσότερο
ακόμη.
(μετάφραση: Κοκολογιάννης Κωνσταντίνος)




Κυριακή 5 Μαΐου 2019

ΟΙ ΚΕΡΑΣΙΕΣ ΘΑ ΑΝΘΙΣΟΥΝ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ- Μενέλαος Λουντέμης

Περίληψη

«Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάµα. Από κει και πέρα οι άνθρωποι ή παραµένουν άνθρωποι και κλαίνε ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε».
Δύο στενοί φίλοι, ο Ευγένης Βενετός και ο Άρης Βεργωλής, µοιράζονται τη φτώχεια και την απελπισία και φουντώνουν από αγανάκτηση για την αδικία που κυβερνάει αυτό τον κόσµο, προσπαθώντας να την εξηγήσουν ο καθένας απ’ τη µεριά του. Κάποτε θα συναντήσουν τυχαία –ή µήπως όχι;– τον γερο-Ραµατά. Αυτός, στον παλιό καφενέ του, θα γίνει ο πατέρας τους, συντροφεύοντάς τους καθώς θα έρχονται αντιµέτωποι µε τις επιλογές τους.
Ώσπου µια µέρα θα πέσει στα χέρια τους το βιβλίο της Φούγιας, Για λίγο ουρανό, που χωρίς να το περιµένουν θ’ αλλάξει τελικά τη ζωή τους. Πρόσωπα που θα τα φέρει κοντά η τύχη, ίσως και το πεπρωµένο, τα οποία ανακαλύπτουν πως τελικά «οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος»... «Νύσταξα να σε καρτερώ, έρωτα, και να λειώνω µπρος στο βιβλίο της ζωής σκυµµένος µια ζωή! Μα αν ήτανε να ερχόσουνα για ένα, έστω, πρωί, χίλια θε να ’δινα πρωινά να ζούσα εκείνο µόνο!»
ΠΗΓΗ

Σχετική εικόνα
«Οι κερασιές θ ανθίσουν και φέτος… και φέτος θα γεμίσουν γλυκούς καρπούς, άνθη και φύλλα, και μοσκοβολιά. Κι όλα θα γίνουν όπως πάντα. Όπως το περασμένο, όπως το περσινό κι όπως το τωρινό καλοκαίρι…κι όπως κάθε καλοκαίρι όσο θα υπάρχουν στον κόσμο καλοκαίρια και κερασιές.
Και τα στόματα θα επιθυμούν τον έρωτα, όσο θα υπάρχουν στον κόσμο κόκκινα στόματα.
Μα τα κεράσια και τα στόματα, μα τα καλοκαίρια και τ' άνθη - όλη αυτή η πλουμιστή λιτανεία του καιρού- για κείνον έγιναν ό,τι έγιναν κι ό,τι είναι για να γίνουν, γιατί χωρίς αυτόν δε θα χρειαζότανε αυτή η μοσκοβολημένη γιορτή της ζωής, ούτε ο ήλιος για να τη χρυσώσει, κι ούτε κι ένα νεανικό χέρι να τη γράψει.

Οι κερασιές θ ανθίσουν και φέτος, για να τις χαρούν τα στραφτερά μάτια, να τις μυρίσουν οι νέες αισθήσεις και για να στεφανώνουν στιλπνά μέτωπα κι ολόμαυρα κεφάλια.

Οι κερασιές θα καρπίσουν και φέτος, για να δροσίσουν διψασμένα χείλη και να στολίσουν ρόδινα αφτιά και καπελίνα.

Τώρα η παλιά άνοιξη έμεινε πολύ πίσω και μια καινούργια φουσκώνει μέσα στους χυμούς.»
1.
-Μου ‘ρχεται να μπήξω ένα «κατηγορώ» και δεν ξέρω τι να κατηγορήσω; Το χρήμα που αγοράζει ή τη ζωή που αγοράζεται; Μια φορά κι έναν καιρό, κ. Ραματά, υπήρχε και η τύχη,  κι ήταν καλόβολη η καημένη τότε. Άμα δεν είχαμε χρήματα για να θρέψουμε τον εαυτό μας, τον θρέφαμε με όνειρα. Και τα όνειρα ήταν χορταστικά. Τώρα όμως οι καιροί κείνοι πέρασαν, η τύχη μας γύρισε την πλάτη, και τα όνειρα δεν έχουν πια βιταμίνες…
[…]
-Αγαπητέ μου φίλε, αλίμονο στον άνθρωπο που δεν απότυχε ποτέ. Κλάψ’ τον! Πάρε όλα τα έργα. Δίπλα στα πολύ μεγάλα υπάρχουν τα μικρά. Μια μεγάλη αποτυχία φέρνει μια μεγαλύτερη επιτυχία. Ποτέ όμως η μεγάλη επιτυχία δε φέρνει μια μεγαλύτερη. Άμα πετύχαινε ο άνθρωπος στην πρώτη εξόρμηση, δε θα ‘κανε δεύτερη. Η δόξα είναι μια κορυφή, που για να την ανεβείς πρέπει πρώτα να κατεβείς.
2.
-Τι να πω; Η συφορά μου είναι ότι εγώ δεν είμαι πια μουσκάρι. Έχω μάτια. Και βλέπω. Και  καίγουμαι γιατί δεν μπορώ τίποτα να κάνω. Βλέπω και τους άλλους ν’ αφανίζονται’ και καίγομαι και γι’ αυτούς, γιατί και γι’ αυτούς τίποτα δεν μπορώ να κάνω. Κι ούτε να κλωτσήσω μπορώ. Μα ούτε ξέρω ποιον… Ένα πράμα δε θέλει συζήτηση’ πως η ζωή είναι ξηλωμένη και πρέπει να τη βάλουμε σε καινούργια αχνάρια, πάλιωσε η μόδα της, πώς το λένε; Θέλει άλλαγμα. Αυτό το βλέπουνε και τα κοτόπουλα. Πρέπει να τη φέρουμε καπάκι, δε θέλει ρώτημα, να την αναποδογυρίσουμε, να βγει απάνω το καινούργιο φύτρο.
[…]
Γέρασα, τα μάτια μου βλέπουνε θαμπά. Τη ζωή τη ζαλικώθηκα στην πλάτη μου πια όλη και δεν μπορώ να τη δω. Ποιος μπόρεσε να δει τη ραχοκοκαλιά του; Η ζωή που έχω να ζήσω ακόμα είναι μια πιθαμή. Πώς ν’ αλλάξω τους  άλλους; Εγώ δεν προκάνω ν’ αλλάξω ούτε πουκάμισο. Εσείς όμως παιδιά μου δε φτάσατε ούτε στα μισά του δρόμου. Ύστερα είναι και τίμια η καρδιά σας. Μοιράστε τη σαν μεταλαβιά σ’ όλους. Κι έναν άνθρωπο ακόμα να βάλεις στον τίμιο δρόμο είναι σα να βαδίζεις στο δρόμο αυτό ο ίδιος. Κέρδισε έναν και δεν θα χαθείς γιατί και να φύγεις εσύ, οι τίμιοι δε θα λιγοστέψουνε…
3.
-Αν θέλετε το έργο σας να ζήσει μαζί με σας και πέρα από σας, πρέπει να το χτίσετε με γνήσια υλικά και μέσα στο χώρο των ανθρώπων.  Ο αληθινός συγγραφέας δε δίνει απλώς τα προϊόντα της πένας του (προϊόν της πένας είναι και το σκέτο μελάνι), αλλά βοηθάει τη ζωή να γίνει πιο φιλόστοργη με τους ανθρώπους. Κυνηγά την κακία και την αμάθεια. Στιγματίζει τη σκληρότητα και την αδικία. Και ρίχνει φως στο δρόμο των ανθρώπων. Φως, και λουλούδια, και μάθηση. Μα όλα αυτά πρέπει να τα κάνει πρώτα δικά του. Τα βιβλία είναι τόμοι από φωτεινές δέσμες, τόμοι από παράπονα, από θυμούς και γέλια. Δηλαδή τόμοι από αληθινές εξομολογήσεις… Όποιος συγγραφέας δεν εξομολογείται, ψεύδεται.
4.
-Μήπως πρόκειται να λιγοστέψετε τον πόνο τους αν κλαίτε για λογαριασμό τους;
-Τότε λοιπόν;
-Να χτυπήσετε τις ρίζες του ανθρώπινου πόνου. Να στρέψετε τ’ αυτί σας στις αιτίες του. Και να θυμάστε πάντα πως άνθρωπος δεν είναι αυτός που πονά μόνος του (μόνα τους πονούν και τα σκαθάρια), αλλά εκείνος που πονά πρώτα για τους άλλους. Που πονά και μάχεται να τους λυτρώσει απ’ τα δεσμά, την πείνα και τη λύπη.
5.
Κατά τη δική μου γνώμη ο δημιουργός πρέπει να είναι υπηρέτης της ζωής που του το ‘δωσε. Το τάλαντο πρέπει να έχει την κάθε ώρα και την κάθε εποχή την ανταλλακτική σου αξία με τη ζωή. Αν το ‘χεις για να υπηρετείς μόνο τον εαυτό σου τότε δεν υπηρετείς ούτε αυτόν….
6.
Είναι κάτι μοναδικές στιγμές, που η γλώσσα είναι φτωχή, τα λόγια άχρηστα… κι ίσα ίσα τότε που θέλεις να πεις τα πιο πολλά. Τότε ο άνθρωπος τραγουδάει ή παραμιλά… Μα ούτε κι αυτό είναι αρκετό. Στο τέλος  λύνεται στο κλάμα… Και τότε μπορεί να μην τα λέει όλα… λέει όμως αρκετά…

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Νύχτα προδοσίας



Παράξενη νύχτα...
Σε στήνει και σε βάζει στο σημάδι.
Κλείνεις τα μάτια, εύχεσαι ο στόχος να μην είσαι εσύ.
Η σιωπή σαν νεκροσέντονο τύλιξε την πόλη.
Μόνο ο Ιούδας τρεκλίζει αποκαμωμένος στους δρόμους, κρατώντας σφιχτά στη χούφτα του τα τριάκοντα αργύρια
Κάθε τόσο γυρίζει και φωνάζει:<<Δικός μου είσαι εσύ;>>
Κανείς δεν απαντά, ο τελευταίος (που απάντησε), το πλήρωσε με σταυρικό θάνατο.
Δε βαριέσαι, μονολογεί..''Σε λίγο ξημερώνει ..''
''Δεν είναι τυχαίο. Που κάθε καινούργια μέρα. Ξημερώνει με το λάλημα του πετεινού. Που μαρτυράει από παλιά. Μια προδοσία.''
Η φράση στα εισαγωγικά, ανήκει στον  Berthold Friedrich Brecht. (  Μαρία Λαμπράκη)



ΠΗΓΗ

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

Στ’ ακρογιάλια του Αιγαίου η άνοιξη βγαίνει από τη θάλασσα (Στρατής Μυριβήλης)

Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ | ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ(Πως περιγράφει ο Στρατής Μυριβήλης τον ερχομό της άνοιξης στην αιγαιοπελαγίτικη Σκάλα) Στ’ ακρογιάλια του Αιγαίου η άνοιξη βγαίνει από τη θάλασσα. Ένα πρωί ο αγέρας φέγγει πιο γαλάζιος, τα κύματα ξεδιπλώνουν στον άμμο το νέο ρυθμό με κοντές αναπνοές. Το πέλαγο μυρίζει φρεσκάδα, παντού το κεντάνε σύντομες απανωτές αστραψιές. Τότες ανοίγουν πάνω στα τρεμουλιάρικα νερά κύκλοι ασημένιοι, μ’ ένα χρώμα σαν το στήθος του παγονιού. Είναι αμέτρητοι, ο ένας μέσα στον άλλον, ο ένας κυνηγά τον άλλον. Έτσι ως τον ορίζοντα. Από τη μέση, από την καρδιά του ανθού της θάλασσας, βγαίνει η άνοιξη του Αιγαίου. Η Αναδυόμενη. Παντού πεταρίζουν άσπρες, γαλανές φτερούγες. Γιορτάζει ο αγέρας, η στεριά, τα λαφριά σύννεφα κι ο μεταξωτός ουρανός. Τα καράβια μέσα στο λιμάνι ισάρουν όλα τα πανιά να στεγνώσουν, κ’ είναι να κάθεσαι να τα βλέπεις. Στις ρηχοπατιές σειούνται, πιασμένα από τις μαλλιασμένες πέτρες του βυθού, λιγνά, μακριά τσουνιά από νερολούλουδα.
Τα φύλλα τους είναι ζωντανά, είναι ξανθιά. Απλώνουν ράθυμα κάτι νήματα από μαλακό μάργαρο, και κρεμάζουν αρμαθιές από μικρούς καρπούς, χρώμα άγουρο κερασί. Παντού είναι το πανηγύρι της νέας νιότης, που ξαναβαφτίστηκε στην αιώνια χαρά του Θεού. Χιλιάδες μικρά χρωματιστά ψάρια συνθέτουν, και πάλι στη στιγμή τσακίζουν τα μωσαϊκά του βυθού.
Αμέτρητα σαλιγκάκια, μικρά σα σπόροι του ροδιού, σηκώνουν στο φρέσκον ήλιο το σουβλερό καφκί τους, ψιλοδουλεμένο με πορτοκαλιά πλουμίδια. Έχουν τριανταφυλλιά νυχάκια, βγαίνουν και βοσκίζουν λαίμαργα το χνούδι από τις μουσκλιασμένες γιαλόπετρες. Απλώνεις να τα πιάσεις, και κείνα, μόλις νιώσουν από πάνω τους τον ίσκιο του χεριού, αφήνουν μπόι και βουλιάζουν, αμμοκούκουτσα ανάμεσα στ’ άλλα του βυθού. Τρέχα να τα βρεις.
  Έτσι βγαίνει η Άνοιξη από το Αιγαίο, βγαίνει από τα νερά και προχωρεί.
Διαβάστε περισσότερα /ΕΔΩ